Τά αντάρτικα λημέρια: ο Κατσαντώνης

Ο ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ

Posted on Μαρτίου 5, 2011. Filed under: Τά αντάρτικα λημέρια: ο Κατσαντώνης |

Αντώνης Κατσαντώνης

Αντώνης Μακρυγιάννης – Κατσαντώνης
1775 – 1809

Ο  Κατσαντώνης

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης, πατέρας του Κατσαντώνη, γεννήθηκε στο Βασταβέτσι (Πετροβούνι) της Ηπείρου. Κυνηγημένος από τον Αλή πασά πήρε το μικρό του κοπάδι και κατευθύνθηκε για να κρυφτεί στην περιοχή των Αγράφων, όπου κυριαρχούσε η κλεφτουριά με πρώτο κλέφτη τον ξακουστό Βασίλη Δίπλα. Εγκαταστάθηκε τελικά στο Μάραθο (Μύρισι) Αγράφων Ευρυτανίας, όπου οι κάτοικοι του χωριού τον καλοδέχτηκαν, τον βοήθησαν να στεριώσει και μάλιστα τον πάντρεψαν με την Αρετή, μια συγχωριανή τους,  κόρη του κλεφτοκαπετάνιου στ’ Άγραφα Βασίλη Δίπλα. Το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα αγόρια : 1) τον Κατσαντώνη, 2) τον Κώστα Λεπενιώτη, που γεννήθηκε στη Λεπενού, 3) τον Γιώργο Χασιώτη, που γεννήθηκε στα Χάσια και 4) το Χρήστο ή Κούτσικο, που πέθανε φυλακισμένος από τους Τούρκους στα Μετέωρα, καθώς και την κόρη τους Κατερίνα, που παντρεύτηκε κατόπιν στο χωριό Βελαώρα των Απεραντίων.

Στο Μάραθο γεννήθηκε το πρώτο παιδί της οικογένειας, ο Αντώνης, ο μετέπειτα γνωστός ως Κατσαντώνης. (Υπάρχουν ορισμένες αντιρρήσεις αν ο Κατσαντώνης γεννήθηκε στο Μάραθο. Μερικοί, όπως ο Κ. Ρωμαίος υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε κοντά στο Βασταβέτσι. Οι περισσότεροι όμως από τους περιηγητές ή ιστοριογράφους, όπως ο Fauriel, ο Pouqueville, ο Emerson, αλλά κυρίως ο γερουσιαστής Γιάννης Τσιγκόλης, που έγραψε τις σημειώσεις του ακολουθώντας πιστά τη διήγηση του Θεοδοσίου Νικοθέου, γιου του Νικοθέου, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο ήρωάς μας γεννήθηκε στα Άγραφα και μάλιστα στον τόπο εγκατάστασης του πατέρα του, το Μάραθο). Ως προς τη χρονολογία γέννησής του υπάρχουν και εκεί αντικρουόμενες απόψεις. Ο Κασομούλης πάντως, τοποθετεί τη γέννησή του ανάμεσα στο 1770 και στο 1773, ο Φραγγίστας το 1777, ενώ σύμφωνα με τις πληροφορίες που προκύπτουν από τις σημειώσεις του Καρπενησιώτη γερουσιαστή Τσιγκόλη το 1775. Η χρονολογία μάλιστα αυτή τείνει να θεωρηθεί ως η πιο πιθανή. Νουνός του Κατσαντώνη ο ίδιος ο Δίπλας και κατ’ άλλη εκδοχή (Κ. Ράμφου), ήταν ο Δήμας από το Κόρθι της Ηπείρου, που ήταν τσοπάνος στα αιγοπρόβατα του Αλή πασά.

Για το παρουσιαστικό του Κατσαντώνη οι ιστορικοί συμφωνούν ότι ήταν μετρίου αναστήματος, γεροδεμένος, με «κομψήν οσφύν», ευκίνητος, μαύρο μουστάκι και «αστραπηβόλλους οφθαλμούς», ατρόμητος, σωστό παλικάρι, σύμφωνη δε με το θέμα αυτό είναι και η τοπική παράδοση στ’ Άγραφα, αλλά και το ασύγκριτο φυσικό και αγνό περιβάλλον του Αγραφιώτικου χώρου και του σπιτικού του αρχοντόβλαχου Μακρυγιάννη. Κατά την πιθανότερη εκδοχή, ο Κατσαντώνης ήταν παντρεμένος με την Αγγελική, κόρη μεγαλοκτηνοτρόφου με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Αλέξανδρο. [Αναφορικά δε με την καθιέρωση του ονόματος του Κατσαντώνη, σημειούνται στη συνέχεια οι κυριότερες εκδοχές.
Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση η μητέρα του, που άκουγε το θρυλικό κλέφτη Δίπλα να διηγείται στο γιο της, όταν ήταν παιδί, για κλέφτικα λημέρια και την αντρειωμένη κλεφτουριά που μάχονταν τους Τούρκους και που αργότερα έβλεπε το νεαρό γιο της να ονειρεύεται την ελεύθερη ζωή των βουνών, τον παρακαλούσε να μείνει ακόμη λίγο στο χωριό ασφαλής κοντά της, λέγοντας «Κάτσε Αντώνη – Κάτσε Αντώνη», από όπου προήλθε τελικά και το όνομα Κατσαντώνης. Η πιθανότερη όμως εκδοχή είναι ότι το όνομα Κατσαντώνης προέρχεται από την τούρκικη λέξη «Ka?an» (Κατσάν) που σημαίνει  φυγόδικος. Το γράμμα – ? – στην τουρκική προφέρεται τσε. Ο Κατσαντώνης προτού ακολουθήσει την κλέφτικη ζωή είχε καταστεί φυγόδικος (Κατσαν – Αντώνης) διότι είχε σκοτώσει κάποιον Τούρκο].

Πριν βγει στο κλαρί ήταν βοσκός στο κοπάδι του πατέρα του και είχε γυρίσει όλα τα βουνά των Αγράφων. Στα εικοσιπέντε του χρόνια όμως, δηλ. το 1802, όπως υποστηρίζει ο Φραγγίστας, εγκατέλειψε τον ποιμενικό βίο και έγινε κλέφτης, έπειτα από κάποιο περιστατικό που του συνέβη μ’ έναν Τούρκο. Είχε συλληφθεί και εδάρη από ένα μπουλούκμπαση με την κατηγορία της ζωοκλοπής και αφέθηκε ελεύθερος αφού κατέβαλε πολλά λύτρα. Μόλις ο Κατσαντώνης απελευθερώθηκε, σκότωσε τον μπουλούκμπαση και υποχρεώθηκε έτσι, φυγοδικώντας, να στραφεί στην κλέφτικη ζωή. Μαζί με δέκα συγχωριανούς ή συγγενείς του άφησε το Μάραθο και εντάχθηκε στην ομάδα του Δίπλα, που λέγεται κατά την παράδοση ότι ήταν νονός του. Κοντά στο Δίπλα, έχοντας μαζί του και τους Κώστα Λεπενιώτη και Γεώργιο Χασιώτη, αύξησε τους ανθρώπους του και απόκτησε δικό του ασκέρι με 80 περίπου παλικάρια.
Μάχη της Τριφύλλας Κλειτσού
Η πρώτη του σπουδαία νίκη του εναντίον των Τουρκαλβανών έγινε στα μέρη της Τριφύλλας του Κλειτσού, όταν το 1803, κατά το Δημήτρη Σταμέλο, το 1805 κατά το Φραγγίστα, συνεπλάκη με το δερβέναγα Ιλιάσμπεη και τριακόσιους Αλβανούς τους οποίους έτρεψε σε φυγή, ενώ σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τον Ιλιάσμπεη. Θα πρέπει να αναφέρουμε σ’ αυτό το σημείο ότι εκείνη την εποχή ο Κατσαντώνης έτρεφε μεγάλο μίσος εναντίον των Τουρκαλβανών, επειδή ο Αλή πασάς είχε διατάξει να συλλάβουν τους γονείς του και να τους μεταφέρουν στα Γιάννενα, όπου τελικά, αφού τους βασάνισε, τους σκότωσε. Ακόμη έπρεπε να αποδείξει ότι ήταν άξιος διάδοχος του Δίπλα αφού ο θρυλικός κλέφτης του παραχώρησε την αρχηγία, αναγνωρίζοντας την παλικαριά και την ανδρειωσύνη του.
Η ανάμνηση της μάχης της Τριφύλλας και του θανάτου του Ιλιάσμπεη αναφέρεται στα δημοτικά μας τραγούδια.

Μάχες στις Γούστρες Ξηρόμερου
Γύρω στα 1804 ο Αλή πασάς προσπαθώντας να περιορίσει τη δράση των κλεφτών και να τους υποχρεώσει να «προσκυνήσουν», έστειλε το Γιουσούφ Αράπη, με στρατό για να εκφοβίσει τα χωριά, να σταματήσει την τροφοδοσία των κλεφτών και έτσι να τους αναγκάσει να παραδοθούν. Ο Γιουσούφ Αράπης άρχισε την τρομοκρατία του από την περιοχή του Βάλτου και του Ξηρόμερου. Ο Κατσαντώνης έψαχνε κάποια ευκαιρία για να επιτεθεί. Την ευκαιρία τη βρήκε όταν ο Γιουσούφ Αράπης, διέταξε τον Κουτζουμουσταφάμπεη να συλλάβει τους πιο γνωστούς προκρίτους του Ξηρομέρου. Πράγματι καθώς ο Κουτζουμουσταφάμπεη οδηγούσε μερικούς προκρίτους στο Γιουσούφ ο Κατσαντώνης, που τον παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς, επιτέθηκε εναντίον του κοντά στην Κατούνα και ύστερα από μια φονική μάχη που κράτησε μια ώρα κατόρθωσε να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους, να σκοτώσει τον Κουτζουμουσταφάμπεη και να τρέψει σε φυγή τους στρατιώτες του.

Η νίκη του Κατσαντώνη προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους υπόδουλους και γέμισε με οργή και φόβο τον Αλή. Σύμφωνα με τον Κασομούλη, ο Κατσαντώνης από όλους τους κλέφτες «επαρουσιάζετο η μεγαλυτέρα μάστιξ κατά των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά». Η φήμη του εξαπλώθηκε όχι μόνο στα Άγραφα, το Βάλτο και το Ξηρόμερο αλλά και στη Θεσσαλία, στην περιοχή του Σουλίου, παντού…
Ο «νταϊφάς» του αυξήθηκε, έφθασε σε δύναμη πάνω από εκατό άνδρες, ενώ παράλληλα ο ίδιος μπορούσε με μια ειδοποίησή του να συγκεντρώσει από τα χωριά μεγάλο αριθμό οπαδών του.
Να τονίσουμε εδώ, ότι στην συνάθροιση των κλεφτών και των αρματολών που πραγματοποιήθηκε στο Καρπενήσι το 1805 δεν πήρε μέρος ο Κατσαντώνης. Μια εκδοχή για τη μη συμμετοχή του στηρίζεται στο γεγονός ότι το μίσος του για τον Αλή δεν του επέτρεψε να κάνει κάποια υποχώρηση απέναντί του και γι’ αυτό  ερχόταν σε σύγκρουση με τους υπόλοιπους κλέφτες και αρματολούς που κρατούσαν αμφίρροπη στάση σχετικά με το Βεζύρη των Ιωαννίνων. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Σταμέλο πιθανόν να πήρε μέρος στη συγκέντρωση αυτή ο αδελφός του Λεπενιώτης.

Μάχη στου Πουλιού τη Βρύση

Ένα άλλο λαμπρό κατόρθωμα του θρυλικού, κλέφτη ήταν η νίκη του απέναντι στους στρατιώτες του Χασάν Μπελούση στην τοποθεσία «Του πουλιού η βρύση» κοντά στο Κεράσοβο και όχι μακρυά από το μοναστήρι της Τατάρνας, που αποτελούσε το κλειδί ανάμεσα στο Βάλτο και στα Άγραφα, το 1805 ή το 1806. Ο Φραγγίστας μας περιγράφει ότι ο Κατσαντώνης και οι σύντροφοί του βρίσκονταν «Στου Πουλιού τη βρύση» και εκεί αποφάσισε να καλέσει σε μάχη το Χασάν Μπελούση, που είχε καταλύσει στο μοναστήρι της Τατάρνας. Ο Χασάν Μπελούσι θέλοντας να αποδείξει τη γενναιότητά του στον Αλή δέχθηκε την πρόκληση και κατευθύνθηκε προς τη θέση που βρισκόταν ο Κατσαντώνης. Μετά από δίωρη σκληρή μάχη ο Αλβανός και οι στρατιώτες του τράπηκαν σε φυγή και κλείστηκαν σ’ ένα μονύδριο της μονής Τατάρνας που ονομαζόταν «Αμιλιανός» (Αιμιλιανός). Δεν μπόρεσε όμως να τον εκδιώξει ο Κατσαντώνης και αποχώρησε αφήνοντας τους εχθρούς του χαμένους στο φόβο, στην οργή και στη θλίψη για το πάθημά τους. Σκοτώθηκαν γύρω στους 30 Τουρκαλβανοί και μόνο τρεις από τους συντρόφους του Κατσαντώνη. Η ιστορία υποστηρίζει ότι τελικά Χασάν Μπελούσι κατάφερε να ξεφύγει.


Το σημαντικότερο όμως κατόρθωμα του Κατσαντώνη, που πέρασε βέβαια στο θρύλο και τραγουδήθηκε σε πολλά δημοτικά τραγούδια ήταν ο θάνατος του Βεληγκέκα, του γνωστότερου δερβέναγα του Αλή πασά. Ο Αλή στην προσπάθειά του να περιορίσει τη δράση του Κατσαντώνη αποφάσισε να οργανώσει νέα εκστρατεία εναντίον του και έβαλε επικεφαλής τον πιστό του Βεληγκέκα. (Να σημειώσουμε εδώ ότι σύμφωνα με την παράδοση ο Βεληγκέκας, έπειτα από εντολή του Αλή, συνέλαβε την γυναίκα του Κατσαντώνη Αγγελική και το γιο του Αλέξανδρο με σκοπό να τους μεταφέρει στα Γιάννενα και έτσι να υποχρεωθεί ο ηρωικός κλέφτης να «προσκυνήσει». Ο Γέρο Δήμας που τσοπάνευε τα πρόβατα του Αλή στο Κόρθιο των Τζουμέρκων ειδοποίησε τον Κατσαντώνη. Κατά τη λαϊκή μούσα ο Λεπενιώτης τον ρωτάει:  «Αντώνη μου τι σκέπτεσαι, τ’ είσαι συλλογισμένος;»
Ο Κατσαντώνης του απαντά: » Εψές μούρθαν τα γράμματα από το Γέρο – Δήμα
Απ’ όξω λέει τ’ απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα : Μου πήρε τη γυναίκα μου και το μικρό παιδί μου /  Ο Βελή – Γκέκας το σκυλί το άπιστο ζαγάρι «)
Οι δύο αντίπαλοι, κατά την εκδοχή του Κ. Ράμφου, συναντήθηκαν κοντά στο Χάνι του Σίμου και εκεί ο Κατσαντώνης σκότωσε το Βεληγκέκα και απελευθέρωσε τη γυναίκα του και το παιδί του. Άλλη εκδοχή για το θάνατο του Βεληγκέκα στο «Χάνι Σίμου» δεν φαίνεται να είναι αληθινή σύμφωνα με την ιστορική τεκμηρίωση που ακολουθεί : Ο Βεληγκέκας και οι στρατιώτες του αφού διέσχισαν τα χωριά του Βάλτου κατευθύνθηκαν προς το μοναστήρι της Τατάρνας και στη συνέχεια κατέλυσαν στο χωριό Χρύσου, ο δε Βεληγκέκας στο σπίτι του Παπασιόμπρα. Από εκεί ο Βεληγκέκας οδήγησε τους άντρες του προς την τοποθεσία  που βρισκόταν ο Κατσαντώνης και η ιδιαίτερα φονική μάχη έγινε στην τοποθεσία του Προσηλιάκου (θέση Φειδόσκαλα σύμφωνα με τις σημειώσεις του γερουσιαστή Ι. Τσιγκόλη), ανάμεσα στα χωριά Μάραθο και Χρύσου. Κατά τη διάρκεια της μάχης σκοτώθηκε ο Βεληγκέκας άγνωστο από πιο χέρι. Όμως οι διάφορες ιστορικές πηγές καθώς και όλα τα δημοτικά τραγούδια διέσωσαν την πληροφορία ότι το βόλι του Κατσαντώνη ήταν αυτό που προκάλεσε το θάνατό του. Λέγεται ότι οι Τουρκαλβανοί στρατιώτες θάψανε τον αρχηγό τους στην άκρη του διάσελου που είχε γίνει η μάχη και μάλιστα ότι ο Αλή πασάς ανήγειρε μετά το θάνατό του μεγάλο μνημείο στη μνήμη του από άσπρη πελεκητή πέτρα. Η μάχη στου Προσηλιάκου και ο θάνατος του Βεληγκέκα συνέβησαν στα 1806 ή 1807. Να πώς τραγούδησε η λαϊκή μούσα το θάνατο του Bεληγκέκα:

«Δεν είν’ εδώ τα Γιάννενα, δεν είν’ εδώ ραϊάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά, σαν τα παχειά κριάρια,
εδώ ‘ναι λόγγοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια.
Τρία τουφέκια τώδωκαν, τα τρί – αράδ – αράδα,
Τόνα τον πήρε ξώδερμα και τ’ άλλο στο κεφάλι
το τρίτο το φαρμακερό τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι «.

Μάχη στο «Γρεβενοδιάσελο» Βουλγάρας
Μετά το θάνατο του Βεληγκέκα και ενώ ο Κατσαντώνης είχε πάει την απόφαση να συμμετάσχει στην μεγάλη συνάθροιση των κλεφταρματωλών στη Λευκάδα, σημειώθηκε ο θάνατος του Δίπλα που όλα αυτά τα χρόνια πολεμούσε στο πλευρό του. Σύμφωνα με τις σημειώσεις του Τσιγκόλη ο Δίπλας σκοτώθηκε το 1802 σε κάποια μάχη στο Μαστρογιάννη, χωριό ανάμεσα στην Ευρυτανία και στη Θεσσαλία. Η εκδοχή αυτή δεν φαίνεται ακριβής γιατί από σχετικές ιστορικές πηγές και μάλιστα από τον Φραγγίστα, υποστηρίζεται τεκμηριωμένα ότι ο Δίπλας σκοτώθηκε σε μάχη που έδωσαν οι Κατσαντωναίοι με τον Άγο Μουχουρντάρη στην ειδικότερη της «Βουλγάρας» τοποθεσία «Γρεβενοδιάσελο». Ο Μουχουρντάρης, που θεωρείτο ένας από τους ικανώτερους στρατηγούς του Αλή πασά, τους αιφνιδίασε την ώρα που αυτοί διασκέδαζαν ρίχνοντας στο σημάδι. Οι Τουρκαλβανοί έπεσαν επάνω τους, τους περικύκλωσαν και η μάχη πεισματώδης διήρκησε πολλές ώρες. Τελικά, ύστερα από πολλά γιουρούσια, ο Κατσαντώνης διέταξε την ηρωική έξοδο, διέσπασε το φραγμό των χιλίων Τούρκων και προκάλεσε μεγάλη φθορά στο ασκέρι των Τουρκαλβανών. Ο Άγο Μουχουρντάρης άφησε στη Βουλγάρα 189 νεκρούς και 160 λαβωμένους. Σκοτώθηκαν όμως και από τους Κατσαντωναίους 17 άντρες και λαβώθηκαν 30. Ανάμεσα στους σκοτωμένους πρώτος και αλησμόνητος ήταν ο θείος των Κατσαντωναίων Βασίλης Δίπλας, 75 χρόνων, καθώς και δύο Φουρνιώτες, ο Μπίκας και ο Χουλιάρας. Μεταξύ δε των λαβωμένων ήταν και οι Καραϊσκάκης, Λεπενιώτης και Φραγγίστας. Όλα τα παληκάρια πολέμησαν στη μάχη αυτή με απαράμιλλο ηρωισμό μέχρι το δειλινό και βγήκαν νικητές. Και ο Μουχουρντάρης ηττημένος τράβηξε το ίδιο βράδυ για το Καρπενήσι. Ο Παπαστρατής Γκουγκούμης, που τ’ όνομά του (όπως γράφει ο Τάκης Λάππας στο βιβλίο του «Η κλεφτουριά και τα τραγούδια της»), ήταν Αποστόλης Στράτος, τσακώθηκε με τ’ αδέρφια του και τ’ άλλαξε με το Γκουγκούμης, επέμενε να πάνε 10 – 20 νομάτοι με λιγοστούς χωριάτες να μεταφέρουν τους νεκρούς και να τους χωματίσουν.
«Αδελφοί Χριστιανοί και ξακουσμένα παλληκάρια, είπε, αϊντέστε να πάμε πίσω στο Γρεβενοδιάσελο να πάρουμε των ηρώων μας τα ευλαβικά σκηνώματα, να τους περιμαζέψουμε όλους αντάμα και να τους θάψουμε κατά πως λένε τα εθίματά μας. Να μην τους φάνε τα όρνια και τα σκυλιά. Είναι κρίμα! Να μείνουν άψαλτοι κι άθαφτοι οι νεκροί μας».
Ξεκίνησε ο Παπαστρατής Γκουγκούμης με δέκα παλικάρια και με δυο χωριάτες με τσαπιά και φτυάρια, πήραν τους σκοτωμένους και τους έθαψαν όλους αντάμα. Ο Παπαγκουγκούμης έψαλλε τη νεκρώσιμη ακολουθία, τα παλικάρια έριξαν μια μπαταριά και ξαναγύρισαν στα λημέρια τους. (Αφήγηση Λάμπρου Μάλαμου : » Ο Κατσαντώνης και η Κλεφτουριά «.
Λες και γράφτηκαν γι’ αυτούς οι παρακάτω στίχοι του Δροσίνη :
» Πολύ βαθειά εσκάφτηκε το χώμα
και στα χρυσά τα ρούχα τους ντυμένα
αγκαλιαστά κατέβηκαν τα κλέφτικα κορμιά,
λεβέντικα, σα νάταν κοιμισμένα.
Και κλείστηκε η γη. Ούτε ληθάρι,
ούτε σταυρός, τους έχει χαριστεί
μήπως σκοντάψει τούρκικο ποδάρι
κι η ήσυχη φωλιά τους γνωριστεί «.

Μετά τη μεγάλη αυτή μάχη στο «Γρεβενοδιάσελο», ο Κατσαντώνης ξεκίνησε με κατεύθυνση την Λευκάδα για να πάρει μέρος στη συνέλευση τον Ιούλιο του 1807. Θα πρέπει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι ο Αλή πασάς ήθελε να καταλάβει τη Λευκάδα και γι’ αυτό το λόγο η Ρωσία είχε στείλει ως έκτακτο επίτροπο της διοίκησης τον Ιωάννη Καποδίστρια το Μάϊο του 1807. Ο Καποδίστριας αντιμετώπισε με επιτυχία και τα αμυντικά, αλλά και τα οικονομικά προβλήματα του νησιού, η σπουδαιότερη όμως ενέργειά του εκείνη την εποχή ήταν το γεγονός ότι συγκέντρωσε στο νησί τους γνωστότερους καπετάνιους της Ρούμελης και ότι πέτυχε να τους συνδέσει στενά μεταξύ τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συμμετείχαν στη συνάθροιση ήταν, εκτός από τον Κατσαντώνη, ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Περραιβός, ο Νότης Μπότσαρης, ο Κώστας και ο Γιώργος Στράτος, ο Μήτσος Κοντογιάννης, οι Μπουκουβαλαίοι, ο πελώριος Λεπενιώτης και άλλοι.
Στη συγκέντρωση όλοι οι οπλαρχηγοί άφησαν κατά μέρος τις διχόνοιες και απεδέχθησαν την υπεροχή του Κατσαντώνη που τον ανεγνώρισαν για αρχηγό τους και «ομοθυμαδόν τον ανεκήρυξαν πολέμαρχον και παντός ανδρείου ανδρειότερον». Κατά την διάρκεια δε του τραπεζιού ο Καποδίστριας έκανε πρόποση υπέρ της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Έθνους και οι συμμετέχοντες, αφού έσυραν τα ξίφη τους, ορκίστηκαν να πεθάνουν υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Ο Αλή πασάς πληροφορούμενος τα διαδραματιζόμενα στη Λευκάδα, αντελήφθη ότι του ήταν αδύνατο να την καταλάβει και εγκατέλειψε την επιχείρηση αυτή. Όταν επέστρεψε από τη Λευκάδα ο Κατσαντώνης συνέχισε τον αγώνα του στα Άγραφα και μάλιστα στα ανώτατα μελλοντικά του σχέδια ήταν η συνεργασία του με τους περισσότερους οπλαρχηγούς των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηρόμερου για να επιτεθούν όλοι μαζί εναντίον του Αλή στα Γιάννενα.

Μάχη Σπινάσας
Τον Ιανουάριο του 1808 σημειώνεται νέα μάχη με το Χασάν Μπελούση στο χωριό Σπινάσα (Νεράιδα τ. Δ. Δολόπων). Ο Χασάν λόγω του κρύου που επικρατούσε στην περιοχή αποφάσισε να παραμείνει στη Σπινάσα, στα σπίτια της οποίας είχαν ήδη καταλύσει ο Κατσαντώνης με τους άνδρες του. Μπαίνοντας στο χωριό ο Χασάν έγινε δεκτός με πυροβολισμούς και στη συνέχεια ακολούθησε φοβερή συμπλοκή που διήρκησε περισσότερο από μια ώρα. Τελικά ο Χασάν αναγκάστηκε να υποχωρήσει με βαριές απώλειες και οι άντρες του ετράπησαν σε φυγή.

Εκτός από τις μάχες αυτές που προαναφέρθηκαν, ο Κατσαντώνης έδωκε και άλλες πολλές μάχες ενάντια στους Τουρκαλβανούς.
Στην «Κλεισούρα» Αιτωλίας, μαζί με τους Βαρνακιώτη και Μακρή, αφάνισαν την Τουρκική συνοδεία χρηματαποστολής και πήραν πολύ χρυσάφι, ασήμι, υποζύγια και τον οπλισμό της.
Το 1807, την άνοιξη, πολέμησε τους Τούρκους στην Άρτα και σε άλλα μέρη. Γι’ αυτό και τα τόσα γνωστά δημοτικά τραγούδια με τα οποία ο Αγραφιώτικος ιδιαίτερα και της Ρούμελης λαός εξύμνησε τα πολεμικά κατορθώματα του Κατσαντώνη, καθώς και τα ως τα σήμερα τοπωνύμια: «τα ταμπούρια του Κατσαντώνη», «η βρύση του Κατσαντώνη», «τα λημέρια του Κατσαντώνη», «η σπηλιά του Κατσαντώνη» κ.α. στον ευρύτερο χώρο της περιοχής των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηρόμερου.
Επισημαίνεται εδώ και υπογραμμίζεται το ιστορικά βεβαιωμένο γεγονός ότι ο Κατσαντώνης δεν αποδέχθηκε αρματολίκια και παρέμεινε κλεφτοκαπετάνιος απροσκύνητος κατά τον καιρό της δοξασμένης κλέφτικης δράσης του, αλλά κι ακόμα όταν αναπάντεχα πιάστηκε άρρωστος και μαζί με τον αδελφό του Γιώργο Χασιώτη οδηγήθηκε στα Γιάννενα.
Επίσης προστίθεται εδώ ότι ο Κατσαντωνέικος «νταϊφάς» αναδείχθηκε και σαν πραγματική Σχολή κλέφτικης τακτικής και στρατηγικής. Και «τα παλικάρια του, όσα δεν χάθηκαν στον πόλεμο με τους Αρβανιτάδες και Τούρκους μέχρι τον Εθνικό ξεσηκωμό, πάλεψαν στο Εικοσιένα και κάμποσοι, όπως ο Καραϊσκάκης ανυψώθηκαν σε κορυφαίους της Εθνεγερσίας»,(Δημήτρη Σταμέλου: «Ο Κατσαντώνης»).

Το καλοκαίρι του 1808 λέγεται ότι ο Κατσαντώνης αρρώστησε και πήγε πάλι στη Λευκάδα για να θεραπευθεί. Όταν βελτιώθηκε η κατάστασή του επέστρεψε ξανά στα Αγραφιώτικα βουνά. Η βελτίωση της υγείας του όμως δεν κράτησε πολύ. Προσεβλήθη από τύφο ή ευλογιά, που τον εξάντλησε τόσο ώστε παρέδωσε την αρχηγία των αντρών του στον αδελφό του Λεπενιώτη, με δεξί χέρι τον Καραϊσκάκη και αποσύρθηκε προς το χωριό Μοναστηράκι Αγράφων μαζί με τον Αδελφό του Γιώργο Χασιώτη και πέντε από τα παλικάρια του για προστασία. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα έμεινε στο μοναστήρι του Αη – Γιάννη στο Παλιοκάτουνο. Αλλά ο Αλή πασάς πληροφορήθηκε την αρρώστια του καθώς και την παραμονή του εκεί και γι’ αυτό έστειλε άνδρες του να τον συλλάβουν. Ο Κατσαντώνης με τον αδελφό του και τους άλλους μόλις πρόλαβαν να εγκαταλείψουν το κρησφύγετό τους που είχε αποκαλυφθεί και κατέφυγαν σε μια σπηλιά που πολύ δύσκολα μπορούσε να τη βρει κάποιος. Νερό έφερνε στον άρρωστο ο Χασιώτης, ενώ έμπιστοι άνθρωποι του μετέφεραν φαγητό. Τελικά εκεί στη σπηλιά συνελήφθη έπειτα από σκληρή μάχη που έδωσε ο αδελφός του με τους υπόλοιπους συντρόφους του στην προσπάθειά τους να σπάσουν τον κλοιό και να φυγαδεύσουν τον άρρωστο Κατσαντώνη. Πώς όμως τον ανακάλυψαν οι Τουρκαλβανοί κρυμμένο σ’ αυτή την σπηλιά; Πιθανόν να προδόθηκε από κάποιον από τους ανθρώπους του που του έφερναν την τροφή, ή από τους καλόγερους του μοναστηριού που γνώριζαν το μυστικό, ή ακόμη από μια γριά γυναίκα η οποία πήγε να προφυλαχθεί εκεί λόγω της κακοκαιρίας. Μπορεί πάλι οι διώκτες του να βρήκαν τυχαία τη σπηλιά, μια και γνώριζαν πολύ καλά την περιοχή των Αγράφων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Θεοδοσίου Νικοθέου, που καταγράφει ο γερουσιαστής Ι. Τσιγκόλης, κοντά στη σπηλιά υπήρχε ένας υδρόμυλος και ο μυλωνάς του, με τ’ όνομα Σιούρτος από το χωριό Αγαλιανό, τροφοδοτούσε τον άρρωστο  και τους συντρόφους του. ο Σιούρτος πήγε μια ημέρα σπίτι του με δύο καρπούζια και είπε στη γυναίκα του να φυλάξει το ένα για τον καπετάνιο. Ο μικρός του γιος το άκουσε αυτό και όταν δυο Τούρκοι, εισπράκτορες ή χωροφύλακες, που κοιμήθηκαν εκεί, πήγαν να πάρουν το ένα καρπούζι φώναξε «μη, αυτό είναι για τον καπετάνιο». Οι Τούρκοι αντελήφθησαν τα λόγια του μικρού και ανέφεραν το συμβάν στον Άγο Μουχουρντάρη που συνέλαβε τον Σιούρτο, τον βασάνισε φρικτά μπροστά στη γυναίκα του για να μαρτυρήσει. Αυτή τελικά δεν άντεξε να βλέπει την κατάσταση του άντρα της και αποκάλυψε την τοποθεσία που κρυβόταν ο Κατσαντώνης.
Ο Άγο Μουχουρντάρης περικύκλωσε λοιπόν τα ξημερώματα μαζί με τους άντρες του τη σπηλιά και παρά τον αγώνα του Χασιώτη και των άλλων κατόρθωσε να συλλάβει τους δυο αδελφούς ζωντανούς, ενώ σκότωσε τα πέντε παλικάρια. Η διαταγή του Αλή πασά ήταν να συλληφθούν ζωντανοί ο Κατσαντώνης και Χασιώτης και μάλιστα, όπως διηγείται ο Θεοδόσιος Νικοθέου, διασωζόταν το σχετικό αρβανίτικο τραγούδι:
«Κάρτε σκρούετ Αλή πασά o Κατσαντώνης ταναξίνε». (χαρτί έγραφε ο Αλή πασάς να πιάσουνε τον Κατσαντώνη). /  Στροφή : Αϊντε Αντων’ μωρ’ Αντων’ / μωρ’ Αντων’ Μωρ’ Αντων’ Κατσαντώνη ταναξίνε με ντουφέκια μοσιβρίνε (τον Κατσαντώνη να πιάσουν, με τουφέκια να μην τον βαρέσουν).
Η προαναφερόμενη όμως εκδοχή του Ι. Τσιγκόλη για τη σύλληψη του Κατσαντώνη, μπορεί να μην είναι σωστή γιατί είναι αντίθετη με την τοπική παράδοση και με όσα γράφτηκαν από όσους ασχολήθηκαν με τούτο το σημαντικό περιστατικό. Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση, το κρησφύγετο του Κατσαντώνη ήταν η σπηλιά απόκρημνης περιοχής του Μοναστηρακίου Αγράφων, την οποία επιδεικνύουν από τα παλιά χρόνια οι κάτοικοί του στους επισκέπτες – ιστορικούς (όπως στον σπουδαίο λαογράφο Δημήτρη Λουκόπουλο και άλλους). Οι τουρκαλβανοί του Μουχουρντάρη, ανακάλυψαν το κρησφύγετό του, από την πεθερά κάποιου Γκούρλια από το Παληοκάτουνο Ευρυτανίας, (η οποία τον κατέδωσε σ’ αυτούς σαν τροφοδότη του Κατσαντώνη, επειδή την είχε δείρει ο γαμπρός της όταν εκείνη αρνήθηκε να του δώσει προίκα το χωράφι που του είχε υποσχεθεί). Και στη συνέχεια οι Τούρκοι έπιασαν τον Γκούρλια και τη γυναίκα του, οι οποίοι ύστερα από σκληρά βασανιστήρια, αποκάλυψαν τη σπηλιά. [Ακόμη λέγεται ότι ο Γκούρλιας, που ήταν «κοπέλι» στα βακούφια τα γίδια και που πράγματι τροφοδοτούσε τον Κατσαντώνη και τους συντρόφους του, θέλησε μια μέρα να φιλοξενήσει στο σπίτι του μια γριά ζητιάνα από το Κεράσοβο. Όταν ήλθαν στο σπίτι, είδε ο Γκούρλιας τα παιδιά του να θέλουν να κόψουν ένα πεπόνι. Χωρίς να σκεφθεί ότι στο σπίτι του ήταν και ξένος άνθρωπος, είπε στα παιδιά του «Αφήστε το αυτό, το έχω για τον Αντώνη». Την επομένη η γριά ξεκίνησε για το Κεράσοβο. Στο δρόμο όμως τη συνάντησαν στρατιώτες Τουρκαρβανίτες οι οποίοι με πιέσεις και απειλές την ανάγκασαν να τους πει ότι Γκούρλιας ήξερε που κρυβόταν ο Κατσαντώνης. Τότε συνέλαβαν το Γκούρλια και τον βασάνισαν σκληρά για να μαρτυρήσει. Τελικά όταν τον ετοίμασαν για ανασκολόπιση αναγκάστηκε να αποκαλύψει το κρησφύγετο του Κατσαντώνη. (Από το βιβλίο του Δημήτρη Λουκόπουλου «Στ’ Άγραφα ένα ταξείδι», αφήγηση χωρικού κατά την παράδοση)].
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί σχετικά ότι τον άπιστο και σκληρό Τουρκαλβανό Άγο Μουχουρντάρη εκδικήθηκε για την σύλληψη του θρυλικού Κατσαντώνη ο Σουλιώτης ήρωας Μάρκος Μπότσαρης στη μεγάλη μάχη του Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου (1823) κατά την οποία τον σκότωσε ο ίδιος.
Tα δυο αδέλφια οδηγήθηκαν μέσω Καρπενησίου στα Γιάννενα, όπου ο Αλή πασάς ζήτησε από τον Κατσαντώνη να προσκυνήσει αλλά ακόμη να του αποκαλύψει που κρύβει τους θησαυρούς του. Επειδή ο Κατσαντώνης αγέρωχα αρνήθηκε τις προτάσεις του Βεζύρη των Ιωαννίνων, διέταξε να τον σκοτώσουν μαζί με τον αδελφό του, αφού πρώτα τους σπάσανε τα ισχία. Όπως υποστηρίζει η παράδοση, ο Κατσαντώνης την ώρα του μαρτυρίου τραγουδούσε τραγούδια της λευτεριάς.


Πηγή    :   η ιστοσελίδα του πολιτιστικού συλλόγου Καρπενησίου
Σκίτσο :   Θανάση Μπακογιώργου (1963)


Χ ρ ο ν ο λ ο γ ι κ ό   Μ ν η μ ό ν ι ο   Κ α τ σ α ν τ ώ ν η

1775-1777: Γεννήθηκε στο Μύρεσι ( Μάραθο – Αγράφων ) από τον Σαρακατσιάνο τσέλιγκα Γιάννη Μακρυγιάννη που καταγόταν από το Βασταβέτσι Ηπείρου και που πήρε γυναίκα την Αρετή κόρη αγραφιώτη καπετάνου και εγκαταστάθηκε στο Μύρεσι.
1793: Σκότωσε ένα μπουλούμπαση και βγήκε κλέφτης. Τότε οι Τουρκαρβανίτες έκαψαν το Μύρεσι (1793).
1800-1802: Ενώθηκε με την κλέφτικη ομάδα του θείου ή μάλλον νουνού του Βασίλη Δίπλα.
1805: Πρώτη μάχη στην Κρύα Βρύση Κλειτσού (Ευρυτανίας) όπου κατενίκησε και σκότωσε τον Ιλιάσμπεγα.
1805: Μάχη Κεχρινιάς (Βάλτου) όπου σκότωσε τον Κουτζουμουσταφάμπεη με 145 στρατιώτες του.
1806: Ιούλιος. Μάχη στου Πουλιού την Βρύση όπου κατά την παράδοση στη θέση Καλόγερος αφήκαν μισοψημένα τα σφαχτά τους που έψησαν και έφαγαν ύστερα από την μάχη. (Δ. Λουκοπούλου στο π. «Ηώς» Αθήναι 1947, Ιούλιος σ. 26). Κατά μία άλλη εκδοχή στη μάχη αυτή που κράτησε κάμποσες μέρες στον Αμηλιανό Τατάρνας, οι Κατσαντωναίοι κυκλωμένοι από υπέρτερη δύναμη εχθρών, χάρη στην ετοιμότητα του Κατσαντώνη γλύτωσαν με κατολίσθησή τους σε βάραθρο επιβαίνοντας σε ελατόμπατσες (κλωνάρια έλατου).
1806: Αύγουστος. Μάχη στο Μαλατέικο λημέρι (Βάλτου).
1806: Οκτώβρης. Μάχη στην θέση «Ληστής» (Βάλτου) οπότε ο Κατσαντώνης πληγώθηκε στον μηρό και πήγε στην Κέρκυρα όπου μετά τρίμηνο νοσηλεία έγινε καλά.
1807: Μάης. Κατά τον Φραγγίστα μάχη στου Προσηλιάκου και θάνατος του Βεληγκέκα, που σκοτώθηκε μόλις πάτησε μια μπάτσα που έστρωσε ο Κατσαντώνης στο δρόμο του ανάμεσα Λάπατο και Σπανορούλα. Διάφοροι αναφέρουν χρόνο μάχης το 1804, 1805 ή 1806.
1807: Ιούνιος. Μάχη στου «Γρεβαινού διάσελο» (Ευρυτανίας) όπου, κατά Φραγγίστα, σκοτώθηκε και ο παλιός ηρωικός κλέφτης Δίπλας. Κατά πληροφορία του Καποδίστρια (Σ. Βλαντή όπ. π. σ. 23) ο Δίπλας σκοτώθηκε σε μια μάχη που διηύθυνε ο Κατσαντώνης με τον Κίτσο Μπότσαρη κοντά στην Άρτα όπου 300 κλέφτες ετσάκισαν δεκαπλάσιους εχθρούς.

1807: Ιούλιος. Μάχη στις «Γούστρες» του Ξηρόμερου (Φραγγίστας σ. 42 παρόντος) και από εκεί μετάβαση στη Λευκάδα όπου ο Κατσαντώνης από όλους αναγνωρίστηκε ως «Πολέμαρχος».
1807: Αρχές Αυγούστου επιστροφή του Κατσαντώνη στα Άγραφα. Στις 6-8-1807 ανεχώρησε από την Λευκάδα και ο Καποδίστριας (Βλαντή όπ. π. σ. 30) του Κατσαντώνη μη δεχθέντος να μπει στην στρατ. υπηρεσία των Ρώσων, «γιατί, καθώς είπε, είχαν ακόμη την ανάγκη της παρουσίας του τα Άγραφα».
1808: Γενάρης. Πανωλεθρία του Χασάν Μπελούση στη Σπινάσα. Το καλοκαίρι του 1808 αρρώστησε βαρειά ο Κατσαντώνης και φαίνεται ότι ξαναπήγε στην Λευκάδα (Yememiz όπ. π. σ. 50-51) όπου βελτιώθηκε η κατάστασή του με την ανάπαυση και τις περιποιήσεις που είχε.
1809: Άνοιξη. Ξανανέβηκε στα Άγραφα, όπου η αρρώστεια του πάλι δυνάτεψε. Στην αρχή πήγε στον Αηγιάννη (μοναστήρι του Παλιοκάτουνου –  Ευρυτανίας), αλλά ύστερα από λίγο προτίμησε την Σπηλιά του Μοναστηρακιού (Αγράφων).
1809 ή 1807: Στο τέλος του Αυγούστου (κατά τον Φραγγίστα) πιάστηκαν αιχμάλωτοι με τον αδελφό του Γεώργη (Χασιώτη) και οδηγήθηκαν στα Γιάννενα όπου και εκτελέστηκαν αμφότεροι ύστερα από πολλά βασανιστήρια. Η χρονολογία αυτή ακόμη δεν ξεκαθαρίστηκε. Αν όπως λέγει ο Φραγγίστας ο σκοτωμός των Κατσαντωναίων έγινε την παραμονή του Πάσχα τότε πρόκειται για την 16-4-1810. Μόνο αν, μόλις αρρώστησε, ο Κατσαντώνης (καλοκαίρι 1808) δεν πήγε στην Λευκάδα, αλλά στο μοναστήρι και ύστερα στην σπηλιά του, τότε πρέπει να πιάστηκε την άνοιξη του 1809, (και όχι του 1810 καθώς με τα δεδομένα του Yemeniz είναι κανένας υποχρεωμένος να υπολογίσει), οπότε σκοτώθηκε την 27-3-1809 που θεωρώ ότι είναι σωστότερο.
1809: Μάης. Μάχη της Παπαδιάς από τον Λεπενιώτη κατά του Σου-
λεϊμάν Τότη.

1815: Δολοφονία Λεπενιώτη στην Φουρνά.

πηγή: (Πάνος Ι. Βασιλείου – Τουριστικός Οδηγός Ευρυτανίας 1972)

Η σπηλιά του Κατσαντώνη

Αντώνης Κατσαντώνης.

4. Συντριβή των Τουρκαλβανών στη μάχη της Κεχρινιάς.

Από την πλευρά του ο Αλής αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει να κάμει με έναν κοινό ζωοκλέφτη ή ληστοσυμμορίτη, αλλά με έναν αληθινό επαναστάτη. Μηχανεύεται χίλιους τρόπους για να εξοντώσει με κάθε μέσο τον ασυμβίβαστο κλέφτη «και τη συμμορία του», αλλά μάταια. Στέλνει το ένα μετά το άλλο τα αποσπάσματα εναντίον του Κατσαντώνη, αλλά οι αρχηγοί τους γυρίζουν πίσω κατησχυμένοι και ντροπιασμένοι.
Τελικά διορίζει τον αιμοσταγή Γιουσούφ Αράπη γενικό αρχηγό στον αγώνα κατά του Κατσαντώνη και του δίνει εξουσία ζωής και θανάτου επί όλων των Χριστιανών.
Ο Τουρκοαιγύπτιος σατράπης, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν, όπως γράφει ο Yemeniz, για να σκορπίσει τον τρόμο και τον πανικό, συνελάμβανε όποιους ήθελε και αφού τους τσάκιζε τα πόδια, τους απαγχόνιζε!
Περισσότερο υπέφεραν οι κάτοικοι της περιοχής του Βάλτου και του Ξηρομέρου, αλλά και της Ευρυτανίας, επειδή συνέδραμαν τους Κατσαντωναίους. Ο αδίστακτος Γιουσούφ υπέβαλε τον πληθυσμό σε φρικτά βασανιστήρια και άρπαζε το βιός του.
Είναι πολύ πιθανό, αν όχι βέβαιο, ότι αυτή η τακτική του Γιουσούφ απέβλεπε να παρασύρει τον Κατσαντώνη και να δώσει μάχη σε ανοιχτό πεδίο, όπου οι Τουρκαλβανοί διέθεταν πολλαπλάσιες δυνάμεις.
Ο Κατσαντώνης δεν έβλεπε την ώρα να αναμετρηθεί με τους άπιστους, αλλά ο πολύπειρος Δίπλας τον χαλιναγωγούσε, γιατί ήξερε ότι τέτοια σύγκρουση στα πεδινά θα σήμαινε καταστροφή.
Η ευκαιρία, όμως, που ζητούσε ο χαροκαμένος κλέφτης δεν άργησε. Όταν ο Γιουσούφ στρατοπέδευσε στην Κατούνα Ξηρομέρου, έστειλε τον Κουτζουμουσταφάμπεη, με 150 άνδρες, να συλλάβει όλους τους προύχοντες της περιοχής. Οι τελευταίοι, όπως γράφει ο Ε. Φραγγίστας, επειδή ήξεραν πολύ καλά τι τους περιμένει, ειδοποίησαν τον Κατσαντώνη, που γνώριζαν τα λημέρια του, και του ζήτησαν βοήθεια.
Ο υποτακτικός του Γιουσούφ συνέλαβε πέντε από τους προκρίτους του Ξηρομέρου και τους οδήγησε ενώπιόν του.
Ο Κατσαντώνης παρακολουθούσε από μακριά τις κινήσεις του, μέσα από δύσβατα μονοπάτια και πάσχιζε να βρει το πιο κατάλληλο μέρος για να καταφέρει καίριο χτύπημα στον εχθρό. Εκτός από τους 150 Τουρκαρβανίτες, ο Κουτζουμουσταφάμπεης είχε πάρει μαζί του και 200 περίπου ένοπλους χωρικούς για τον φόβο του Κατσαντώνη. Αφού πέρασε τα πιο επικίνδυνα μέρη και πίστεψε ότι δεν διατρέχει πλέον κανένα κίνδυνο, έδωσε εντολή στους χωρικούς να «αδειάσουν» τα όπλα τους, δηλαδή να πυροβολήσουν στον αέρα, και να γυρίσουν στα σπίτια τους.
Μόλις ο Κατσαντώνης, που καιροφυλακτούσε μέσα από τα δάση, είδε τους χωρικούς ν’ απομακρύνονται, γεμάτος οργή, αποφάσισε να δράσει. Σε ένα στενό πέρασμα, κοντά στην Κεχρινιά, που είχε καταλάβει νύχτα, έστησε ενέδρα και περίμενε. Έδωσε εντολή στους άνδρες του να μην πυροβολήσουν πριν ο εχθρός φτάσει πολύ κοντά και δώσει ο ίδιος το σήμα.
Οι άνδρες του Κουτζουμουσταφάμπεη προχωρούσαν αργά και ράθυμα, ανύποπτοι για το τι τους περίμενε. Μόλις έφτασαν σε απόσταση αναπνοής από τις θέσεις των Κατσαντωναίων, ακολούθησε ομοβροντία πυροβολισμών και ορυμαγδός.
Η μάχη κράτησε περίπου μια ώρα. Οι 145 από τους 150 άνδρες του Κουτζουμουσταφάμπεη, με πρώτο τον ίδιο, είχαν πέσει νεκροί. Μόλις πέντε κατάφεραν να σωθούν και το έβαλαν στα πόδια. Οι άνδρες του Κατσαντώνη τους καταδίωξαν και τους έπιασαν. Όταν τους οδήγησαν ενώπιόν του, κλαίγοντας τον εκλιπαρούσαν να τους χαρίσει τη ζωή για να δώσουν «χαμπέρι» τί έγιναν οι σύντροφοί τους.
Ο Κατσαντώνης, ικανοποιημένος για τη μεγαλειώδη νίκη, έδειξε για άλλη μια φορά τη μεγαλοψυχία του και τους χάρισε τη ζωή.
Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν τρεις και τραυματίστηκαν πέντε, ενώ απελευθερώθηκαν οι πέντε προύχοντες, από τους οποίους οι δύο είχαν τραυματιστεί ελαφρά.
Η περίλαμπρη εκείνη νίκη, έκαμε το όνομα του Κατσαντώνη ξακουστό σε όλους τους Έλληνες και προκάλεσε τρόμο και οργή στον κατακτητή. «Κατσαντώνη λέγανε αυτοί (οι Τούρκοι) και χλώμιαζε το πρόσωπό τους, Κατσαντώνη μουρμούριζαν οι σκλάβοι και χαμογελάγανε τα χείλια τους. Τ’ όνομα του απλώθηκε πέρα από τ’ Άγραφα, σ’όλη τη Ρούμελη, κι’ έπειτα έφτασε ίσαμε τα Γιάννενα και μπήκε στο σεράϊ του πασά…», γράφει ο Δ. Φωτιάδης.
Παράλληλα, έσπευσαν πλέον σε βοήθεια του Κατσαντώνη, φανερή ή κρυφή, όλοι όσοι μπορούσαν, ενώ πύκνωναν τη δύναμή του πολλά παλικάρια.
Τότε ακριβώς (1805) ήταν που πήρε τη μεγάλη απόφαση και ο Γ. Καραϊσκάκης να εγκαταλείψει το σαράϊ του Αλή πασά και να γυρίσει ξανά στα βουνά των Αγράφων. «Άκουγε τους αγάδες να καταριούνται τον Κατσαντώνη κι’ ήθελε νάχουν το δικό του όνομα στα χείλη τους, γιατί ένιωθε πως όλες οι βρισιές τους στεκόντανε παινέματα στην παλικαριά του και την αξιοσύνη του», υπογραμμίζει πάλι ο Φωτιάδης.
Ο Αχιλλέας της Ρωμιοσύνης, όπως ονόμασε ο Κωστής Παλαμάς τον Καραϊσκάκη, ανέβηκε στ’ Άγραφα, πήγε στο λημέρι του Κατσαντώνη και «σπούδασε τον άταχτο πόλεμο σιμά στον πιο τρανό κλέφτη», στο «ξεφτέρι της Ελλάδας».
Το δρόμο του Καραϊσκάκη, που ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Κατσαντώνη, ακολούθησαν και πολλοί άλλοι ονομαστοί αρματολοί, όπως ο Ι. Φραγγίστας, ο Τσόγκας, ο Λ. Σουλιώτης, ο Τσάκας, ο Δημο – Τσέλιος, ο Ν. Μπουρδάρας, ο Παλαιογιώργης και πολλοί άλλοι.
Ο Κατσαντώνης δεν αγωνίστηκε μόνο κατά των Τούρκων. Την ίδια απέχθεια ένιωθε και για τους περιβόητους κοτζαμπάσηδες που έπαιζαν το παιχνίδι του κατακτητή και καταδυνάστευαν τους ομοεθνείς τους. Την αυθαιρεσία και την αυταρχικότητα των προεστών ή δημογερόντων, που αντιπροσώπευαν τις κοινότητες στις σχέσεις τους με την τουρκική εξουσία, καθόριζαν τους φόρους, δίκαζαν κ.λ.π., την πολέμησαν χωρίς οίκτο οι θρυλικοί Κατσαντωναίοι. Άλλωστε, έχει καταγραφεί, ότι ο Κατσαντώνης έκανε επιδρομές και κατά των κτημάτων των κοτζαμπάσηδων, επειδή ήταν στενοί συνεργάτες – τοποτηρητές των Τούρκων, συχνά ενεργούσαν με ιδιοτέλεια και εκμεταλλεύονταν άγρια τους ακτήμονες και γενικά τους ομοεθνείς τους.
Οι Τούρκοι, μετά την ολοκληρωτική συντριβή του Κουτζουμουσταφάμπεη, στην Κεχρινιά, απέφευγαν ν’ αναμετρηθούν με τον Κατσαντώνη, αν και τους προκαλούσε συνεχώς. Έφτασε μάλιστα στο σημείο, όταν κατέβαινε στις πόλεις, να προτρέπει το λαό να προδίδει στους αγάδες τα λημέρια των ανδρών του, μήπως και αποτολμήσουν να αναμετρηθούν μαζί του! Οι αγάδες όμως, μάθαιναν που βρίσκεται ο Κατσαντώνης με τους άνδρες του και τραβούσαν για… αλλού!
Όπως γράφει ο Βαλαωρίτης, μετά από εκείνο το πάθημα, ο Αλή πασάς έβλεπε παντού και πάντα το φάντασμα του «ατρόμητου αθλητή» μπροστά του!

Αντώνης Κατσαντώνης.

13. Στα νύχια του Μουχουρτάρη.

Όπως και ναχει, το βέβαιο είναι ότι η σπηλιά του Κατσαντώνη, που πέρα από κάθε αμφιβολια βρισκόταν πάνω από το Μοναστηράκι, προδώθηκε. Ο Μουχουρτάρης, που έτρεφε και άσβεστο μίσος εναντίον του, με 400 Τουρκαλβανούς την κύκλωσαν.
Πρώτος το διαπίστωσε ο Γιώργος Χασιώτης, που πήγε χαράματα στη βρυσούλα για να φέρει νερό. Κατάλαβε ότι η Τουρκιά είχε ζώσει τη σπηλιά από παντού. Προσποιούμενος ότι δεν είχε αντιληφθεί τίποτα, γύρισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να δείχνει ταραχή.
Γράφει σχετικά ο Φραγγίστας, ότι ο Κατσαντώνης που κατά πως συνήθιζε είχε σηκωθεί με το πρώτο χάραμα, άρχισε να διηγείται στον αδερφό του Γιώργο Χασιώτη, ότι είδε στο όνειρό του πως πέρναγε θολό και ματωμένο ποτάμι, αλλά «πέρα δεν πέρασε».
Να, όμως, πως το διέσωσε η σχετική παράδοση το δημοτικό τραγούδι:

«Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
θολό ποτάμι απέρναγα, θολό κατεβασμένο,
και πέρα δεν απέρασα και δώθε δεν εβγήκα,
Μόν’ πήρα τον κατήφορο στη μέση του ποτάμι.
Ξηγάτε παλικάρια μου, ξηγάτέ μου τ’ όνειρό μου».

Στο ίδιο μοτίβο και το δημοτικό τραγούδι που διέσωσε ο Θ. Τσέτσος:
«Για σήκω Κατσαντώνη μου, για σήκω καπετάνιο,
γιατί Τουρκιά μας πλάκωσε, μας έχουν προδομένους.
– Παιδιά μου, μη παιδεύεστε, μη χάνετε τα βόλια.
Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, είδα και στ’ όνειρό μου,
θολό ποτάμι διάβαινα, θολό, κατεβασμένο,
ουδέ και πέρα διάβηκα, ούτε και δώθε βγήκα
και μου ’πεσε το φέσι μου, κι η χούφτ’ απ’ το σπαθί μου».

Οι άγριες φωνές των Τουρκαλβανών, που έσκισαν ξαφνικά τη γαλήνια ατμόσφαιρα, επανέφεραν τους ατρόμητους Κλέφτες στη σκληρή πραγματικότητα. «Κάτω τ’ άρματα ορέ Κατσαντώνη» ουρλιάζαν όμοια με άγρια θηρία, αλλά δεν τολμούσαν να πλησιάσουν στην είσοδο της σπηλιάς. Είχαν τόσα τραβήξει, που έτρεμαν ακόμα και τον ίσκιο του. Ο Κατσαντώνης, όμως, ήταν πια πραγματική σκιά του εαυτού του!
Η παράδοση θέλει τον Γιώργο Χασιώτη ν’ απαντά περήφανα, σαν άλλος Λεωνίδας: «Ο Κατσαντώνης, Τούρκοι, δεν προσκυνάει. Ο Κατσαντώνης πολεμάει και πεθαίνει»!
Μη μπορώντας όμως ο ατρόμητος Κλέφτης ούτε να σταθεί στα πόδια του, είπε στον αδερφό του να τον πάρει στους ώμους του και πολεμώντας οι άλλοι σύντροφοί του να επιχειρήσουν να σωθούν.
Ο Χασιώτης, ο οποίος σε αντίθεση με τον αδερφό του ήταν σωματώδης, σήκωσε στους ώμους του τον Κατσαντώνη. Μπροστά μπήκαν τα άλλα πέντε παλικάρια που ήταν μαζί τους και όλοι μαζί βγήκαν από τη σπηλιά.
Στην αρχή οι Αλβανοί δεν πυροβόλησαν γιατί ο Μουχουρτάρης περίμενε να παραδοθούν. Βλέποντας όμως ότι οι Κατσαντωναίοι δεν είχαν τέτοιο σκοπό, διέταξε γενική επίθεση.
Ο Χασιώτης, μη μπορώντας να προχωρεί και ταυτόχρονα να πολεμάει, έβαλε τον αδερφό του πίσω από κάποια πέτρα και μαζί με τους συντρόφους του οχυρώθηκε πίσω από τα δέντρα στην άκρη του δάσους.
Η μάχη, όπως γράφει ο Yemeniz, δεν ήταν δυνατόν να κρατήσει πολύ, γιατί ήταν φοβερά άνιση. Τέσσερις από τους άνδρες του Κατσαντώνη έπεσαν ηρωικά, ξοδεύοντας και την τελευταία τους σφαίρα. Ο πέμπτος προσποιήθηκε τον πεθαμένο, έμεινε ξαπλωμένος για μερικές ώρες και κατόρθωσε να συναντήσει τον Λεπενιώτη και να του αναφέρει τα συμβάντα.
Ωστόσο, ο Φραγγίστας, που είχε καλύτερη πληροφόρηση, γράφει ότι σκοτώθηκαν και τα πέντε παλικάρια, εκτός από τα δύο αδέρφια. Τελικά τραυματίστηκε στο πόδι και ο Χασιώτης κι’ έτσι έπεσε στα χέρια του Μουχουρτάρη, μαζί με τον Κατσαντώνη.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Κατσαντώνης ζήτησε από τον αδερφό του να του πάρει το κεφάλι για να μην πέσει στα χέρια των Τουρκαλβανών. Του Χασιώτη, όμως, η καρδιά δεν άντεξε τέτοια δοκιμασία, αλλά ούτε άκουσε τη συμβουλή του αδερφού του, για να φύγει και να γλιτώσει.
Το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν δυνατόν να μη διασώσει και να μην υμνήσει αυτή την κορυφαία και τραγική στιγμή των αυθεντικών ηρώων. Ο ανώνυμος λαϊκός βάρδος γράφει:

Κόψε με Γιώργο μ’ κόψε με, πάρε μου το κεφάλι
να μη το πάρ’ η Παναγιά, ο Αγά Μουχουρτάρης.
Κι’ αλλού:
– Κόψε με, Γιώργη μ’ κόψε με και φεύγα να γλιτώσεις!
– τα δε σε κόβγ’, Αντώνη μου, γλυκέ μου καπετάνιε…

Στην παράκληση του Κατσαντώνη στον αδερφό του να φύγει για να σωθεί, η παράδοση θέλει τον Χασιώτη να δίνει την παρακάτω απάντηση:

Αντάμα θα πεθάνουμε, κι’ αντάμα θα χαθούμε.

Την κορυφαία εκείνη στιγμή, που σκόρπισε απέραντη θλίψη και φόβο, ειδικά στα μέρη που πολέμησε και μεγαλούργησε ο θρυλικός Κλέφτης, απαθανάτισε το δημοτικό τραγούδι. Ένα από τα πολλά:

«Έχετε γειά, ψηλά βουνά και δροσεραίς βρυσούλες.
Και σεις, Τζουμέρκα κι’ Άγραφα παλληκαριών λημέρια,
αν δήτε τη γυναίκα μου, αν δήτε και το γιό μου*,
ειπέτε τους πως μ’ έπιασαν με προδοσία κι’ απάτη.
Αρρωστημένο μ’ ηύρανε, ξαρμάτωτο στο στρώμα,
ωσάν μωρό στην κούνια του, στα σπάργανα δεμένο,
τα’ ασκέρια που πολέμαγα και πάντα τα νικούσα.
Τρομάρα το τουφέκι μου και φρίκη το σπαθί μου».
Άλλο δημοτικό τραγούδι ιστορεί:
«Το μάθατε τι γίνηκε ψηλά στο Μοναστήρι;
Τον Κατσαντώνη πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από πίσω,
κι’ αυτός κοντοστεκότανε και στους αγάδες λέει:
Τούρκοι, κρατάτε τ’ άλογα, για να τηράξω πίσω,
να χαιρετήσω τα βουνά, τα έρημα λημέρια,
για να σουρίξω κλέφτικα, καθώς σουράνε οι κλέφτες,
μπας και μ’ ακούσουν τα παιδιά, Τσόγκας και Λεπενιώτης,
να βγούν μπροστά στο Μέτσοβο, μπέλκε και με γλιτώσουν».

*Είναι βέβαιο ότι ο Κατσαντώνης δεν ήταν παντρεμένος. Τόσο κάποιοι βιογράφοι του, όσο και μερικά δημοτικά τραγούδια κακώς τον θέλουν να έχει παντρευτεί και μάλιστα να έχει και παιδί. Βέβαια είναι γνωστό ότι ειδικά στη δημοτική ποίηση πάντα υπάρχει μια δόση υπερβολή.

Τα σαρακατσιάνικα

Αφιερωμένο στην μνήμη των προγόνων μου

Ο Κατσαντώνης

Ο Κατσαντώνης σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς γεννήθηκε στο Μύρεση (Μάραθος ) των Αγράφων ,ενώ με κάποιους άλλους γεννήθηκε στο Βασταβέτσι των Τζουμέρκων. Το πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Ο Ε. Φραγκίστας γράφει ότι ο Κατσαντώνης έγινε κλέφτης το 1802 σε ηλικία εικοσιπέντε ετών επομένως θα πρέπει να γεννήθηκε την άνοιξη του 1777.
Κατάγεται από Σαρακατσαναίηκη οικογένεια των Αγράφων , ο πατέρας του ήταν ο τσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης η μητέρα του ονομάζονταν Αρετή είχε αλλά τρία αδέρφια (τον Γιώργο Χασιώτη, τον , Κώστα Λεπενιώτη και τον Μήτρο η Κούτσικο και μία αδερφή την Κατερίνα) η οικογένεια του ξεκαλοκαίριαζε στ’; Άγραφα και στα Τζουμέρκα και τον χειμώνα διαχείμαζε στη Λεπενού . Συγγενείς του επίσης ήταν ο Γιώργος Τσόγκας ,ο Δημοτσέλιος ο Καραϊσκάκης και πολλοί άλλοι καπεταναίοι.
Εκεί κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή από έναν ενοικιαστή βοσκοτόπων του Αλί Πασά που ονομάζονταν Γιάγκος Καραγκούνης.
Ο Κατσαντώνης πιάστηκε με την παραπάνω κατηγορία ,βασανίσθηκε και στάλθηκε στα Γιάννενα στο Αλή Πασά . Ο Αλή πασσάς ζήτησε λύτρα από το Πατέρα του για να τον αφήσει ελεύθερο, ο οποίος και τα παρέδωσε . Αυτή η περιπέτεια ήταν η αιτία που ο Κατσαντώνης αποφάσισε να βγει στο κλαρί.
Χαρακτηριστική ήταν η συνομιλία με την μάννα του πριν φύγει:
-Μάννα έλεγε δεν μπορώ πια αυτή την ζωή θα πάω να γίνω κλέφτης!
Αλλά η μάννα του είχε σοβαρές αντιρρήσεις και του έλεγε :
-Κατσ’; Αντώνη μ’; , κατσ’; Αντώνη μ’; μην φεύγεις ! Απ’;αυτή την συνομιλία του έμεινε το όνομα Κατσαντώνης.
Και έτσι ο Κατσαντώνης σε ηλικία εικοσιπέντε ετών σκοτώνει τον μπολούκμπαση που τον συνέλαβε και βγαίνει στο βουνό και γίνεται κλέφτης.
Στο βουνό συναντάει τον θείο του και νουνό του τον αρχικαπετάνιο Δίπλα, εκεί συναντάει και άλλος μεγάλους, κλέφτες όπως ο Νάσιος Κουμπόπουλος, ο Τσιάκαλος κλπ. Σε λίγο τον ακολούθησαν τα αδέρφια του και τα ξαδέρφια του ο Τσόγκας και ο Καραγιαννάκης που αργότερα έγινε και πρωτοπαλίκαρο του.
Ο Faurier τον χαρακτηρίζει ως εξής: εκτός του επιβλητικού παρουσιαστικού του , ο Κατσαντώνης διέθετε όλα τα χαρίσματα για να γίνει ένας μεγάλος κλέφτης. Ήταν γενναίος μέχρι θρασύτητας, πολύ ευκίνητος, ελαφρόσωμος , με πανούργο πνεύμα, και εθερμαίνετο από το αίσθημα της αντεκδίκησης . Και ο Βαλαωρίτης συνεχίζει ((Ητο μετρίου αναστήματος και είχε βλέμμα κεραυνού. Μέλας ,δασύς και μακρύς ο μύσταξ του με φρύδια νεφελώδη και γλυκιά αρμονική φωνή. Τα όπλα του πολυτελέστατα . Μαύρη εκ της πολυχρονίου τριβής η φουστανέλα του και επάνω του έλαμπε ο χρυσός και ο άργυρος. Γνώριζε απ’; έξω όλα τα βουνά και ήταν άριστος γνώστης την στρατηγική του ανταρτοπόλεμου.
Εγκαταστάθηκε μαζί με τα παλικάρια του στην θεσσαλική πλευρά των Αγράφων ,εκεί που άλλοτε έβοσκε τα πρόβατα του, όπως μας λέει το παρακάτω τραγούδι.
Στις δέκα πέντε τα’;Απριλιού , στις είκοσι του Μάη ,
Οι κλέφτες κάνουν σύναξη ψηλά στα κορφοβούνια
και κάνουν όρκο στο σπαθί στ’; άγιο το Βαγγέλιο,
Τούρκο να μην αφήσουνε , Ρωμαίικο να γίνει
Πιάνουν μοιράζουν τα βουνά, μοιράζουν και τους Κάμπους.
Ο Κατσαντώνης παίρνει τα’;Άγραφα τον Βάλτο ο Λεπενιώτης
Κι ο Παπαθύμιος τον Προυσό μαζί με μοναστήρια.
Και πιάσανε τον πόλεμο , τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Κι ο Παπαθύμνιος Φώναξε κι ο Παπαθήμιος λέει:
Παιδιά γιουρούσι ας κάνουμε και στ’; Άγραφα να πάμε.
Ο Κατσαντώνης ξεκίνησε με δέκα παλικάρια και σε λίγο  καιρό αναστάτωσε την Ακαρνανία και τα Άγραφα .Τα πρώτα του παλικάρια ήταν οι εξής :Νάσιος Κουμπόπουλος, , ο Καραϊσκάκης, ο Καραγιανάκης , ο Τσόγκας κλπ.
Έκατσε ο Αντώνης στ’; Άγραφα να μάσει παλικάρια.
Τα μάζεψε τα μέτρησε ,ήταν δυο και τρεις χιλιάδες,
κ’; έκατσε και τα διάταξε σαν μάννα και πατέρας.

Βγήκε ο Αντώνης στ’;Άγραφα
-Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
να μάσει παλικάρια .
Τα μασε κι τα διάταζι
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
σα μάνα κι πατέρας.
Δε θέλου κλέφτες για τραγιά ,
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
Κι κλέφτες για κριάρια
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
Μον’; θέλου κλέφτις για σπαθιά
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
Κι κλέφτες για ντουφέκια

Μαυρίζουν γύρω τα βουνά μαυρίζουν και οι κάμποι
Κι οι ρεματιές αχολογούν κι αντιλαλούν οι λόγκοι.
Τι νάνε ,κρίνα του βουνού , του κάμπου μαντζουράνες ;
Τι νάνε ο αχός που γίνεται κι η ταραχή μεγάλη;
-Ο Κατσαντώνης πολεμά με τους αρβανητάδες.
Χίλιους σκοτώνει στο βουνό και χίλιους μες τον κάμπο.
Τρία μπαϊράκι πήρε τους και όλον τον τσαχπινέ τους
και σαν τα γίδια τρέχουνε ,σαν πρόβατα σκορπάνε.

Αυτού που πάς μαύρο πουλί , μαύρο μου χελιδόνι
χαιρέτα μας την κλεφτουριά κι’; αυτόν τον Κατσαντώνη,
πες του να κάτσει φρόνιμα κι όλο ταπεινωμένα ,
βγήκε ένας δερβέναγας αυτός ο Βέληγκέκας,
ζητάει κεφάλια κλέφτικα ,κεφάλια αντρειωμένα.
Ο Κατσαντώνης τ’; άκουσε και ξύνει το σπαθί του,
και πίρε δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια.

Για τον γάμο του Κατσαντώνη ξέρουμε λίγα πραγματα ,λέγεται ότι ήταν παντρεμένος με την κόρη ενός καπετάνιου από τα Τζουμέρκα την Αγγελικώ και ότι είχε ένα γιο τον Αλέξανδρο ,που τον είχε βάπτιση ο Δίπλας. Αντίθετα ο Κασομούλης γράφει ότι ο Κατσαντώνης ήταν άκληρος.
Την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η λαϊκή μούσα. Όταν ο Κατσαντώνης μαζί με τον αδερφό του οδηγιόντουσαν αλυσοδεμένοι στα Γιάννενα άρρωστος όπως ήταν κάποια στιγμή κουράστηκε και ζητείσαι από τους τούρκους να σταματήσουν για λίγο να ξεκουραστεί.

Ο Κατσαντώνης φώναξε ,ο Κατσαντώνης λέει:
-Τούρκοι βαστάτε τα’; άλογο λίγο να ξανασάνω ,
να χαιρετήσω τα βουνά και τις ψηλές ραχούλες
αφήσω διάτα στα παιδιά , στον Κώστα Λεπενιώτη,
σαν δείτε την γυναίκα μου ,το μοναχό παιδί μου
πέστε τους πως με πιάσανε με μπαμπεσιά με δόλο,
αρρωστημένο μ’; ήβραν ,ξαρμάτατο στο στρώμα
ωσάν μικρό στην κούνια μου στα σπάργανα δεμένο.
Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην σύλληψη της οικογενείας του Κατσαντώνη από τον Βεληγκέκα , για να τον αναγκάσει να παραδοθεί.

Αντώνης εκαθώτανε σε μια ψηλή ραχούλα
και το μουστάκι έτριβε ,τα γένια του ξεγγλίζει.
Τα παλικάρια του ρωτούν τα παλικάρια λένε :
-Αντώνη μου τι σκέφτεσαι , τι είσαι συλλογισμένος ;
-Παιδιά μου ,μην με βιάζεται να σας το μολογήσω.
Εψές μούρθαν τα γράμματα από τον γερο-Δήμο.
Απέξω λέει το ξώγραμμα και μέσα λέει το γράμμα.
Μου πήραν την γυναίκα μου , το μοναχό παιδί μου.
Χίλιοι τους παν από μπροστά και πεντακόσιοι πίσω,
Κι ο Βεληγγέκας το σκυλί το άπιστο ζαγάρι.
Παιδιά μου χαζίρι γίνεται ,πάρτε τα ντουφέκια,
μες του Αϊ Γιάννη θα πάγουμε , θα κάνουμε καρτέρι
κι αν τύχει δεν προφτάσουμε , στα Γιάννενα θα μπούμε.

Τον Μάιο του 1805 ο Βεληγκέκας ξεκίνησε για τα Άγραφα με 800 άντρες .Δεν ήταν εύκολο να βρει τον Κατσαντώνη .Κάποια στιγμή ο Βελιγκέκας κατασκήνωσε σε ενός παπά  το σπίτι .Την ώρα που έτρωγε πήρε γράμμα από τον Κατσαντώνη που έγραφε:< Βελη-Γκέκα ,λένε πώς με γυρεύεις και παραπονιέσαι πως δεν μπορείς να με βρεις .Αν στ’; αλήθεια έχεις όρεξη , έλα στην Κρύα Βρύση .Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω .
Ο Κατσαντώνης και ο Βεληγκέκας συναντήθηκαν στην Φιδόσκαλα του Προσηλιάκου, ανάμεσα στα χωριά Μύρεσι και τα Άγραφα .Στην μάχη που ακολούθησε ο Βεληγκέκας έπεσε από το χέρι του ίδιου του Κατσαντώνη.
Για την νικηφόρα μάχη του Κατσαντώνη και τον θάνατο του Βεληγκέκα μας λέει το παρακάτω τραγούδι.

Βγήκαν Αντώνης στ’; Άγραφα με τον Καραγιαννάκη
Πήγαινε δίπλα στα βουνά δίπλα στα βιλαέρτια.
Γράφουν και στέλνουν μια γραφή σ’; αυτόν τον Βεληγκέκα.
Σε σε Βελή ντερβέναγα , ρεντζάλι του Βεζίρη,
έλα να πολεμήσουμε ψηλά στο Προσηλιάκο.
Να ιδής κλέφτικα σπαθιά , τα κλέφτικα ντουφέκια.
Κι ο Βεληγκέκας τα’; κουσε , βαρύ του κακοφάνει ,
και το ασκέρι έμασε και πάνω του πηγαίνει.

Τι ειν’; το κακό που γίνεται φέτος το καλοκαίρι ,
που βγήκε ο Αντώνης στ’; Άγραφα με τον Καραϊσκάκη.
Πιάνουν γράφουν γράμματα σ’; αυτόν τον Βεληγκέκα.
Και ο Βελής σαν τ’; άκουσε πολύ του κακοφάνει.
Γραμματικέ μου φώναξε , μάσε τα παλικάρια,
ο Κατσαντώνης καρτερεί μεσ’; του πουλιού την βρύση.

Τον Μάιο του 1805 ο Βεληγκέκας ξεκίνησε για τα Άγραφα με 800 άντρες .Δεν ήταν εύκολο να βρει τον Κατσαντώνη .Κάποια στιγμή ο Βελιγκέκας κατασκήνωσε σε ενός παπά  το σπίτι .Την ώρα που έτρωγε πήρε γράμμα από τον Κατσαντώνη που έγραφε:< Βελη-Γκέκα ,λένε πώς με γυρεύεις και παραπονιέσαι πως δεν μπορείς να με βρεις .Αν στ’; αλήθεια έχεις όρεξη , έλα στην Κρύα Βρύση .Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω .
Ο Κατσαντώνης και ο Βεληγκέκας συναντήθηκαν στην Φιδόσκαλα του Προσηλιάκου, ανάμεσα στα χωριά Μύρεσι και τα Άγραφα .Στην μάχη που ακολούθησε ο Βεληγκέκας έπεσε από το χέρι του ίδιου του Κατσαντώνη.
Για την νικηφόρα μάχη του Κατσαντώνη και τον θάνατο του Βεληγκέκα μας λέει το παρακάτω τραγούδι.

Στις δεκαπέντε του Μαΐου στις είκοσι του μήνα ,
ο Βεληγκέκας κίνησε να πάει στον Κατσαντώνη .
Επάνησε κ’; εκόνεξε σ’; ενός παπά το σπίτι.
((Παπα ψωμί ! Παπά κρασί! Να ποιούν τα παλικάρια))
Κι εκεί που έτρωγε και έπινε , κι εκεί που ομιλούσε,
Μαύρα μαντάτα τού’ ρθανε από τον Κατσαντώνη .
Στα γόνατα γονάτισε , Γραμματικέ φωνάζει,
τα παλικάρια σύναξε κ’; όλο τον νταϊφά μου.
Εγώ πηγαίνω μπρος στη κρύα την βρυσούλα.
Στην στράτα που επήγεναι στην στράτα που πηγαίνει.
Οι κλέφτες τον καρτέρεψαν και τον γλυκοροτούσαν;
Που πάς Βελή Μπολούκμπαση , ρετσάλη του βεζίρη;
Σε σένα Αντώνη κερατά σε σένα Κατσαντώνη!
Ο Κατσαντώνης φώναξε από το μετερίζι.
Δεν είναι εδώ τα Γιάννινα δεν είναι δω ραϊάδες,
εδώ είναι αντρείος πόλεμος , και κλέφτικα ντουφέκια.
Τρία ντουφέκια τού’ δωσαν τα τρία αράδα αράδα
το’; να τον πήρε ξώδερμα , και τα ΄άλλο στο κεφάλι,
το τρίτο το φαρμακερό , τον πήρε στην καρδιά,
το στόμα αίμα γέμισε , τα χείλη του φαρμάκι.

Μία άλλη παραλλαγή του τραγουδιού

Ο Βεληγκέκας τρώει ψωμί σ’; ενός παπά το σπίτι
και τα χαμπάρια του’; ρθανε από τον Κατσαντώνη:
Να’; ρθείς Βελή μ’; να σμίξουμε να ρθείς ν’; ανταμωθούμε ,
απάνω στη φιδόσκαλα ,ψιλά στο Προσηλιάκο.
Σήμερα θα το δείξουμε ποιος είναι παλικάρι .
Και του Τσαούση φώναξε και το σπαθί του ζώνει.
– Τσαούση μ’; έρασ’; το ψωμί σ’; όλα τα παλικάρια
κι εγώ θα πάω σια μπροστά μου παραγγέλ’; ο Αντώνης ,
μου κάνει τον παλικαρά ο παλιοχαϊντούτης [1]
Κι ο Αντώνης τον καρτέραγε ψηλά στο Προσηλιάκο.
Δύο ντουφέκια τού’ ριξε τα δυο αράδα -αράδα,
μα και τα δυο τον πήρανε ανάμεσα στα στήθια.
Ο FAURIER έλεγε πως ο θάνατος του Βεληγκέκα ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Κατσαντώνη.
Η παράδοση όμως λέει ότι οι δύο άντρες ήταν αδερφοποιτοί και όταν σκοτώθηκε ο Βεληγκέκας ο Κατσαντώνης φώναξε τους κλέφτες και τους αρβανίτες να σταματήσουν την μάχη, για να θάψουν τον νεκρό. Έτσι σαράντα κλέφτες από την μία πλευρά και σαράντα αρβανίτες από την άλλη έθαψαν τον Βεληγκέκα στο διάσελο του Προσηλιακού ρίχνοντας τουφεκιές στον αέρα.

Το 1905 -6 στην μάχη που έγινε στην θέση ((Ληστής )) του Βάλτου με τον Μπεκίρ Τσογαδόρο τραυματίζεται στο πόδι και πηγαίνει στη Λευκάδα να αποθεραπευτεί.
Εκεί γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια και άλλους οπλαρχηγούς. Το 1807 γίνεται γενική σύναξη όλων των καπεταναίων στην Λευκάδα με παρουσία του Καποδίστρια και του στρατηγού του ρώσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλου και του Δεσπότη Ναυπακτίας Ιγναντίου, όπου ο Κατσαντώνης ανάμεσα σε όλα τα μεγάλα ονόματα των κλεφταρματολών (Κολοκοτρώνης , Καραϊσκάκης ,Νικηταράς, Τζαβέλας , ) ανακηρύχτηκε παμψηφεί αρχηγός όλων των κλεφτών.

Στης Παναγιάς την εκκλησιά στο κάμπο της Λευκάδας,
καπεταναίοι κάθονται και όλοι καρτερούνε ,
τον Κατσαντώνη καρτερούνε ,
τον Κατσαντώνη καρτερούν , το πρώτο παλικάρι,
για να τον κάνουν αρχηγό της κλεφτουριάς καμάρι.

Η σύναξη έγινε στην Αγία Μαρίνα της Λευκάδας που πραγματοποιήθηκε στο προαύλιο της Παναγίας τον Ιούνιο του 1807 .
Εκεί του προτάθηκε από τον Καποδίστρια και τον ρώσο στρατηγό να ενταχτεί στον Ρώσικο στρατό.
Η απάντηση του Κατσαντώνη ήταν η εξής: ((Με χρειάζονται περισσότερο οι κλέφτες μου στα βουνά , παρά ο Ρωσικός στρατός)) και γυρίζει στα λημέρια του.

Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην νικηφόρα μάχη που έδωσε ο Κατσαντώνης με τον Γιουσούφ Πασά στο Ξηρόμερο.
Τι έχουν οι Κάμποι κι βροντούν και τα βουνά να τρίζουν
Ο Σουφ’; ράπης πολεμάει με δυο και τρεις χιλιάδες
Μια βλαχοπούλα φώναξε απ’; την ψηλή ραχούλα
Πάψε αράπ’; τον πόλεμο πάψε και το ντουφέκι
Να κατακάτσ’; ου κουρνιαχτός να σηκωθεί αντάρα
Να συνταχτεί τ’; ασκέρι μας να δούμε πόσοι λείπουν.
Μετριούνται οι τούρκοι τρεις βολές και λείπουν τρεις χιλιάδες
Μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες.

Κάποια στιγμή ο Αλί πασσάς για να εκδικηθεί τον Κατσαντώνη συλλαμβάνει τους γονείς του και τους βασανίζει μέχρι θανάτου. Παράλληλα στέλνει σώματα Αλβανών προς καταδίωξη του Κατσαντώνη. Τα σώματα των Αλβανών και ο Κατσαντώνης συναντήθηκαν στην Τριφύλα της Ευρυτανίας την άνοιξη του 1805 εκεί που ήταν το λημέρι του Κατσαντώνη. Σε αυτό το μέρος ξεκαλοκαίριαζε ο τσέλιγκας Γαλανός ,που ήταν καταδότης του κοτζαμπάση της Ρεντίνας Τσολάκογλου, από φόβο όμως ήταν αναγκασμένος να τροφοδοτεί και το Κατσαντοναίηκο ασκέρι. Κάποια στιγμή ειδοποίησε κρυφά τον δερβέναγα της περιοχής Ιλιάσμεη ότι ο Κατσαντώνης βρίσκεται στην περιοχή. Ο Κατσαντώνης όμως πληροφορήθηκε για την προδοσία του Γαλανού και τους περίμενε .Όταν Ιλιάσμεης έφτασε επικεφαλής τετρακοσίων Αλβανών στο σημείο που τους είχε στήσει καρτέρι ο Κατσαντώνης πάθανε πραγματική πανωλεθρία . Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο ίδιος ο Ιλιάσμεης που έπεσε από το χέρι του Κατσαντώνη.
Η λαϊκή μούσα για την παραπάνω μάχη μας μεταφέρει το παρακάτω τραγούδι.
Τι’; είναι το κακό που γίνεται φέτος το καλοκαίρι,
Που βγήκε ο Αντώνης τ’; Άγραφα με τον Καραγιανάκη
Και πήρε ντέβλι τα χωριά, ντέβλι τα βιλαέρτια
Πήγαν και λημέριασαν στου Γαλανού την στάνη .
Γυρεύει το χαράτσωμα χίλια τρακόσα γρόσια.
Γυρεύει το κορίτσι του κι’; άλλες πέντε νιφάδες.
Γυρεύει και την τσούπρα του να την φιλήσ’; ο Αντώνης .
-Ας είναι ας είναι Αντώνη μου εγώ θα σου τις φέρω.
Κι ο Γαλανός ξεκίνησε να πάει στη Ρεντίνα .
-Πολλά τα έτη Λιάζαγα.
-Καλώς τον τον σκουτέρη.
-Σαν τι χαμπάρια Γαλανέ μας φέρνεις απ’; την στάνη ;
-Τι να σου πω Ελιάζαγα τι να σου μολογήσω.
Ο Κατσαντώνης στο μαντρί με τον Καραγιαννάκη.
Γυρεύουν το χαράτσωμα χίλια τρακόσα γρόσια
γυρεύουν το κορίτσι μου, κ’; άλλες πέντε νιφάδες.
Ας ειν’; ας είναι Γαλανέ κι εγώ θα τους βαρέσω.
Ο Λιάζαγας ξεκίνησε και στη Τριφύλλα πάει.
Κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε από το μετερίζι.
-Που πάς Λιαζοντερβέναγα που πάς παλιό μουρτάρι;
εδώ έχω τα κλεφτόπουλα εδώ έχω χασάπες.
Τρία ντουφέκια τού ριξαν , τα τρία αράδα αράδα.
Τόνα τον παίρνει στο πλευρό και τα’; άλο στο κεφάλι.
Το τρίτο το φαρμακερό ανάμεσα στα μάτια.
Τους Τούρκους παίρνουνε μπροστά και στο Κλειστό τους κλειούνε.

Μια άλλη παραλλαγή του τραγουδιού είναι η εξής.

Οι μαύροι τι θα γίνουμε φέτος το καλοκαίρι
που βγήκε ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη
και πιάσαν και λημέριασαν στου Γαλανού την στάνη .
Πιάνουν δένουν τους μπιστικούς και τους τσοπαναραίους.
κι χάλεψαν για ξαγουρά χιλιαδιακόσια γρόσια
Κι ου Γαλανός σαν τό’ μαθε στον πασά παένει
-Καλημέρα σου Αλή πασσά καλώς τον τσέλιγκα μου.
-Τι χαμπάρια Γαλανέ , πώς ειν’; τα πρόβατα μας;
-Μαύρα χαμπάρια Μπέη μου από τα πρόβατα μας
Βγήκε ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη
κι μας χαλεύουν ξαγουρά χιλιαδιακόσια γρόσια.
-Παιδιά ποιος ξέρει γράμματα ποιος ξέρει ,ποιος ξέρει καλαμάρι;
-Ξέρει το τσελιγκόπουλο γράμματα ,καλαμάρι.
-Πες μας τσελιγκόπουλο, πες μας τα πρόβατά μας.
-Πέντε χιλιάδες πρόβατα κι τέσσαρες τα γίδια
κι αυτά τα βοϊδογέλαδα σωστά είναι πεντακόσια.

Μαύροι τι θα γένουμε ,τούτο το καλοκαίρι,
βγήκαν ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη
και πήραν ντέβρι τα βουνά ντέβρι τις βλαχοστάνες
κι αλούθε παίρνουν πρόβατα κι αλούθε παίρνουν λύτρα
Μας πήρανε τον τσέλιγκα με το παιδί του αντάμα
κι μας χαλεύουν ξαγουρά πέντι χιλιάδις γρόσια.

Όπως αναφέραμε παραπάνω ο Αλή πασσας συνέλαβε βασάνισε και σκότωσε τους γονείς του Κατσαντώνη για να τον αναγκάσει να παραδοθεί. Όταν ο Κατσαντώνης έμαθε για τον θάνατο των γονιών του τότε ο πόλεμος πήρε άλλη μορφή έγινε σκληρός ,ανελέητος ,πολύ βίαιος και πολύ εκδικητικός. Ο Δ. Σταμέλος γράφει σχετικά: ο κλέφτης αναζητούσε την μάχη με λύσσα και φανταζότανε να τον ακολουθεί η σκιά της μάνας του φωνάζοντας εκδίκηση.
Γι’ αυτό η λαϊκή μούσα έπλασε το παρακάτω τραγούδι:
Έβγα μανούλα να με ιδείς , έβγα να μ’; αγναντέψεις,
το πώς τρομάζου την τουρκιά κι τους Ντερβεναγάδες
τ’; έχω συντρόφους διαλεχτούς ,ν-ούλους Σαρακατσαναίους,
στα δόντια παίρνουν το σπαθί στα χέρια το ντουφέκι
κι πέφτουν πάνου στο ουχτρό σαν τ’; αστροπελέκι

Κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και αποφάσισε να αποσυρθεί στα Αγραφιώτηκα βουνά πιστεύοντας ότι ο αέρας των Αγράφων θα έκανε καλό στη υγεία του.
Ανέθεσε την αρχηγεία των κλεφτών στον αδερφό του Κώστα Λεπενιώτη, και αυτός με τον άλλον αδερφό του Γιώργο Χασιώτη και πέντε παλικάρια του αποσύρονται στην αρχή στον μοναστήρι του Άγιου Ιωάννη και αργότερα σε μία σπηλιά στην πλαγιά του βουνού Φούρκα.
Αυτή η σπηλιά έμελλε να είναι η τελευταία κατοικία του Κατσαντώνη, ο αδερφός του Γιώργος και τα πέντε παλικάρια του έμελλε να είναι οι τελευταίοι σύντροφοι του μεγαλύτερου κλέφτη.

Κάποιο πρωινό ο αδερφός του ξύπνησε και του λέει:
Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου.
Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,ούτε και δώθε βγήκα ,
μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.
Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια πόβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ’; ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου ,το κόκκινο ,είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια.
Τα δύο αδέρφια είμαστε μείς παλιοκαψάλα οι τούρκοι.
Γύρω στην μία ώρα μακριά από την σπηλιά υπήρχε μία βρύση.
Εκεί πήγαινε κάθε πρωί ο Γιώργος Χασιώτης να φέρει νερό για τον άρρωστο αδερφό του, τα υπόλοιπα παλικάρια φύλαγαν καραούλι πίσω στην σπηλιά.
Όμως το κρησφύγετο του Κατσαντώνη προδόθηκε στον Αγο Βασιάρη, έτσι ένα πρωί που ο Γιώργος Χασιώτης πήγε να πάρει νερό βρήκε ((ταμπούρια τούρκικα την βρύση χαλασμένη)) όπως μολογάει το παρακάτω τραγούδι.

Σηκώθ’; κει ο Γιώργος την αυγή νερό να πάει να φέρει,
βρίσκει ταμπούρια τούρκικα και τούρκους να φιλάνε.
Και πίσω ο Γιώργος γύρισε και στον Αντώνη πάει.
-Σήκου Αντώνη μ’; να φύγουμε , πάμε κάτου στον Βάλτο.
Μας πρόδωσαν οι φίλοι μας, οι αδερφοποιτοί μας
Πολλοί μαύροι μας πλάκωσαν ,μαύροι σαν καλιακούδια.
Μην είναι ο Τσόγκας πόυ’ ρχεται μην είναι ο Λεπενιώτης
ούτ’; είναι ο Τσόγκας πώ’ ρχεται , ούτε είναι ο Λεπενιώτες
μον’; ο Μουχουρντάραγας με τους τσοχανταραίους,
φέρνει σαΐνια του πασά ,ασκέρι του βεζίρη.
Και η συντροφιά τον άφησε ,οι φίλοι κι οι δικοί του .
Γιώργος Χασιώτης στάθηκε ο μαύρος αδερφός του
Αντώνη μου μη σκιάζεσαι , στο νου σου μην το βάνεις
Αντάμα θα πεθάνουμε , κι αντάμα θα χαθούμε .
-Τράβα Χασιώτη μ’; τράβηξε να μην χαθείς μ’; εμένα ,
γιατί είναι οι τούρκοι ποιο πολλοί κι σί σε μοναχό σου,
για να γλιτώσεις αδερφέ μου το αίμα μου να σύρεις.

Ο Αγος Βασιάρης πολιορκεί την σπηλιά με 700 τουρκαλβανούς και ζητάει από τον Κατσαντώνη να παραδοθεί. Ο Κατσαντώνης καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους τουρκαλαβανούς και αποφασίζουν να διαφύγουν .
Ο Χασιώτης παίρνει στους ώμους του τον άρρωστο αδερφό του και προσπαθεί να διαφύγει, τα υπόλοιπα παλικάρια προσπαθούν να καλύψουν την αποχώρησή τους ,πολεμώντας σαν λιοντάρια με την ελπίδα ότι θα τους ακούσει το υπόλοιπο Κατσαντωναίηκο ασκέρι, θα έρθουν για βοήθεια όπως λέει το παρακάτω τραγούδι.

Πολλά ντουφέκια πέφτουνε μες΄ το Μοναστηράκι.
Μήνα στο γάμο πέφτουνε ,μήνα στο πανηγύρι;
Ούτε στον γάμο πέφτουνε ούτε στο πανηγύρι.
Κατσαντωναίοι πολεμούν με τους Μουχουρνταραίους .
-Πολέμα Γιώργο δυνατά πολέμα αντρειωμένα,
μήπως ακούσουν τα παιδιά μήπως ακούσει ο Κώστας
να πάνε να τον πιάσουνε στην ράχη στην Κατάρα.

Για βοήθεια του Κατσαντώνη και των συντρόφων του έσπευσε μία ομάδα κλεφτών ,που σύμφωνα με την παράδοση άνηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη, αλλά δεν πρόλαβε να προλάβει τους τουρκαλβανούς που κατευθύνονταν προς τα Γιάννενα .

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στο Καρπενήσι
μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε.
-Πως σού’ρθε πώς σου γίνηκε τούτο το καλοκαίρι ,
να σ’ έχουν πιάσει ζωντανό στο μαύρο το λημέρι,
να σ΄έχει πιάσει η αρβανιτιά κι αυτός ο Μουχουρντάρης

Για το ποιος πρόδωσε τον Κατσαντώνη έχουν ειπωθεί πολλά. Ο Yemeniz ο οποίος συνάντησε το 1852 στ’; Άγραφα το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη ,τον Καραγιαννάκη ,από τον οποίον πήρε πολλές πληροφορίες για τον αρχηγό όλων των κλεφτών ,λέει ότι το κρησφύγετο του Κατσαντώνη το πρόδωσε μια γυναίκα Καρπενησιώτισσα που του πήγαινε τρόφιμα και βότανα.
Ο Επ. Φραγκίστας αναφέρει κάποιον βλαχοποιμένα ,τον Ιωάννη Γκούρλια ,ο δε Κασομούλης αναφέρει κάποιον Αθ. Γκούρλια ενώ η λαϊκή μούσα αναφέρει τα εξής.

Για σήκω Κατσαντώνη μου ,για σήκω καπετάνιε ,
Μας πρόδωσαν ,μας πλάκωσαν οι σκυλοαρβανίτες.
Μας πρόδωσε , μας έδωσε σ’; αυτούς ο παλιό- Γκούρλιας.

Ο Κ. Ράμφος όμως λέει ότι τον Κατσαντώνη τον πρόδωσε κάποιος καλόγερος που ονομάζονταν Καρδερίνης.
Αυτή την άποψη σεβάστηκε ο Αριστοτ. Βαλαωρίτης στο ποίημα του.

Ένας παπάς τον πρόδωσε μαχαίρι να του γένη,
Η κοινωνία που τόβαψε τα’; αφορισμένο στόμα
Θηλιά κι’; αστρίτης στον λαιμό το άγιο του πετραχήλι
να μην βρεθεί πνευματικός να τον εξομολογήσει
κι αγαπημένα δάχτυλα τα μάτια του να κλείσουν.
Η λαϊκή μούσα ακολούθησε τον Κατσαντώνη σε όλη την διαδρομή από την ώρα της σύλληψης του έως τα Γιάννενα.
Ο Κατσαντώνης φώναξε ,ο Κατσαντώνης λέει:
-Τούρκοι βαστάτε τα’; άλογο λίγο να ξανασάνω ,
να χαιρετήσω τα βουνά και τις ψηλές ραχούλες
αφήσω διάτα στα παιδιά , στον Κώστα Λεπενιώτη,
σαν δείτε την γυναίκα μου ,το μοναχό παιδί μου
πέστε τους πως με πιάσανε με μπαμπεσιά με δόλο,
αρρωστημένο μ’; ήβραν ,ξαρμάτατο στο στρώμα
ωσάν μικρό στην κούνια μου στα σπάργανα δεμένο.
Και η λαϊκή μούσα συνεχίζει:

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στο Καρπενήσι,
μοιρολογούσαν κι’; έλεγαν μοιρολογούν και λένε:
Πώς σ’ ούρθε πώς σου γίνηκε τούτο το καλοκαίρι
να σ’ έχουν πιάσει ζωντανό στο μαύρο το λημέρι,
να σ’ έχει πιάσει η αρβανιτιά κι’; αυτός ο Μουχουρντάρης ;
Στα Γιάννενα σε πάγαιναν στην πόρτα του βεζίρη.
Βεζίρης τον αγνάντευε από το παραθύρι
Καλώς τον Μουχουρντάρ αγά ,καλώς τόνε ,παιδί μου.
Μουχουρντάρι ,τι ομολόγημα ;Κάνα καλό χαμπέρι;
Τον Κίτσιο  Αντώνη σού’; φερα πισθάγκωνα δεμένο.
Και η λαϊκή μούσα συνεχίζει:
Τι γύρευες Αντώνη μου ψιλά στο Καρπενήσι
Δε σύλλεγε ο Μπότσαρης κι’; ο Φώτος ο Τζαβέλας,
-Αντώνη κάτσε στη Φραγκιά να γίνεις καπετάνιος
Και συ τους αποκρινόσουνα και απολογιόσουνα:
-Εγώ δεν μένω στην Φραγκιά ,μες τα νησιά δεν μένω
Τι το μαθαίνει ο Αλή πασιάς με την αρβανιτιά του,
Και λέει:Ο Αντώνης φράγκεψε και γράφτηκε σολντάτος.
Μετά την σύλληψη του Κατσαντώνη και του αδερφού του Χασιώτη οδηγήθηκαν στα Γιάννενα στον Αλή πασσά . Αυτός προς το παρόν αποφάσισε να μη τον σκοτώσει ((γιατί είναι κρίμα να φονευτεί ένα τέτοιο παλικάρι)),αλλά είχε τον λόγο του .Ο Αλί πασσάς τους έκλεισε στην φυλακή και την παραμονή του Πάσχα του 1809 τους μετέφερε στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων κάτω από ένα πλάτανο ,όπου ήταν τόπος μαρτυρίου και εκτέλεσης πολλών αγωνιστών. Εκεί ένας γύφτος με ένα μεγάλο σφυρί και με ένα αμόνι τους έσπαγε ένα -ένα τα κόκαλα ,έπειτα από τα φριχτά μαρτύρια τα δύο αδέρφια κρεμάστηκαν από τον πλάτανο.
Ο Βαλαωρίτης γράφει ((Ο πλάτανος ητο εν Ιωαννίνοις ο τόπος της καταδίκης και των μαρτυρίων , ο αιμοσταγής Γολγοθάς ,επί του οποίου εβασανίσθησαν τοσούτοι και τοσούτοι ήρωες))
Ο Fauriel συνεχίζει ((η απόφασης εξετελέσθη εις τα Ιωάννινα ,εις την πλατείαν ενώπιον ενός πλήθους Τούρκων ,οι οποίοι προσπαθούσαν με ύβρεις ,με κατάρες και με προσβολές να επαυξήσουν τα βάσανα των δύο θυμάτων)).

Ο Βαλαωρίτης μας αφηγείται με τον δικό του τρόπο τον θάνατο του Κατσαντώνη και του Χασιώτη.
Εσείς όπου τον είδατε ψηλά στα κορφοβούνια ,
σταυραετοί και πέρδικες ,ξεφτέρια, χελιδόνια,
ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.
τον Κατσαντώνη πιάσανε ,κλάψτε πουλιά μου ,κλάψτε.
Δυό γύφτοι τον εστρώσανε δεμένο στο αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε,
Σκλήθρες πετάν τα κοκάλα ,σκορπάνε τα μεδούλια
και κειός τηράει τα τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει ,
Χτυπάτε με, πελεκάτε με ,
σκυλιά του Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει ο Αλήπασας
φωτιά ,σφυρί και αμόνι.

Η Λαϊκή μούσα συνεχίζει με το παρακάτω άσμα.

Τι έχουν της Γκούρας τα βουνά και στέκουν μαραμένα .
Πό’ χουν μεγάλη κορυφή στα σύννεφα κρυμμένη .
Μην τάχα μπόρες και βροχές ,σεισμοί κι αστροπελέκια.
Τα παραδέρνουν άσκοπα και τα βροντοχτυπάνε !
Αρματολός ξακουστός λιοντάρι των Αγράφων
στ’ όνομα του έτρεμι η γης όπου πατούσε ,
όταν περνούσε τα βουνά ,γερνούν τον χαιρετούνε!
Σκούζουν αετοί στα σύννεφα ,στα έλατα τα αηδόνια.
δέντρα ,βουνά και σύννεφα ,λουλούδια και γεράνια ,
τρέμουν ,σπαράζουν στ’; όνομα του κλέφτη Κατσαντώνη.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

    Περί

    ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: Μέλος Διοικούσας Επιτροπής του Κέντρου Πληροφόρησης Εργαζομένων & Ανέργων της ΓΣΕΕ (ΚΕΠΕΑ/ΓΣΕΕ)

    RSS

    Subscribe Via RSS

    • Subscribe with Bloglines
    • Add your feed to Newsburst from CNET News.com
    • Subscribe in Google Reader
    • Add to My Yahoo!
    • Subscribe in NewsGator Online
    • The latest comments to all posts in RSS

    Μεταστοιχεία

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...